κοινωνικοοικονομικός

κοινωνικοοικονομικός
-ή, -ό
1. αυτός που αναφέρεται στην κοινωνία και στην οικονομία ταυτόχρονα
2. φρ. «κοινωνικοοικονομικό σύστημα» — ιστορικός τύπος κοινωνίας που θεμελιώνεται πάνω σε ορισμένο τρόπο παραγωγής.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”